Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παστρεύω < μεσαιωνική ελληνική παστρεύω < πάστρα + -ικός < σπάστρα < σπαστρεύω < *σπαρτεύω < σπάρτον < αρχαία ελληνική σπάρτον < σπαρτός < σπείρω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)pregh- (σπέρνω, τινάζω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

παστρεύω (παθητική φωνή: παστρεύομαι)

  1. (λαϊκότροπο) (κυριολεκτικά) (μεταφορικά) καθαρίζω
  2. (λαϊκότροπο) ξεφλουδίζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία