Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

παθών < αρχαία ελληνική παθών, μετοχή αορίστου β' ἔπαθον του ρήματος πάσχω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

παθών, -ούσα, -όν

  1. που έπαθε κάτι
    Εγώ είμαι η παθούσα Πρόεδρε, εμένα να ρωτήσετε!


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

παθών