Δείτε επίσης: οικουρός

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική οἰκουρός οἰκουρός οἰκουρόν οἰκουροί οἰκουροί οἰκουρά
Γενική οἰκουροῦ οἰκουροῦ οἰκουροῦ οἰκουρῶν οἰκουρῶν οἰκουρῶν
Δοτική οἰκουρῷ οἰκουρῷ οἰκουρῷ οἰκουροῖς οἰκουροῖς οἰκουροῖς
Αιτιατική οἰκουρόν οἰκουρόν οἰκουρόν οἰκουρούς οἰκουρούς οἰκουρά
Κλητική οἰκουρέ οἰκουρέ οἰκουρόν οἰκουροί οἰκουροί οἰκουρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική οἰκουρώ οἰκουρώ
Γενική-Δοτική οἰκουροῖν οἰκουροῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οἰκουρός < οἶκος + οὖρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

οἰκουρός, ός, όν

  1. που φυλάσσει τον οίκο (ο σκύλος, η καλή σύζυγος κ.λπ.)
     συνώνυμα: οἰκοφύλαξ
  2. (μεταφορικά) που φυλάσσει την πατρίδα (π.χ. το ιερό φίδι της Ακροπόλεως των Αθηνών)
  3. (μειωτικό) βρισιά για άντρα που δεν πηγαίνει στον πόλεμο