Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική οἰκοφύλαξ οἰκοφύλακε οἰκοφύλακες
Γενική οἰκοφύλακος οἰκοφυλάκοιν οἰκοφυλάκων
Δοτική οἰκοφύλακι οἰκοφυλάκοιν οἰκοφύλαξι(ν)
Αιτιατική οἰκοφύλακα οἰκοφύλακε οἰκοφύλακας
Κλητική οἰκοφύλαξ οἰκοφύλακε οἰκοφύλακες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οἰκοφύλαξ < οἶκος + φύλαξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οἰκοφύλαξ αρσενικό

  1. εκείνος που φυλάσσει τον οίκο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία