Arrows blue.png Δείτε επίσης: οικονόμος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική οἰκονόμος οἰκονόμω οἰκονόμοι
Γενική οἰκονόμου οἰκονόμοιν οἰκονόμων
Δοτική οἰκονόμ οἰκονόμοιν οἰκονόμοις
Αιτιατική οἰκονόμον οἰκονόμω οἰκονόμους
Κλητική οἰκονόμε οἰκονόμω οἰκονόμοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οἰκονόμος < οἶκος + νέμω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οἰκονόμος αρσενικό ή θηλυκό

  1. νοικοκύρης, οικοδεσπότης
  2. κυβερνήτης
  3. επιστάτης, επίτροπος
  4. (οικονομικός) διαχειριστής