Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο οικολογικός η οικολογική το οικολογικό
      γενική του οικολογικού της οικολογικής του οικολογικού
    αιτιατική τον οικολογικό την οικολογική το οικολογικό
     κλητική οικολογικέ οικολογική οικολογικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι οικολογικοί οι οικολογικές τα οικολογικά
      γενική των οικολογικών των οικολογικών των οικολογικών
    αιτιατική τους οικολογικούς τις οικολογικές τα οικολογικά
     κλητική οικολογικοί οικολογικές οικολογικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οικολογικός < γαλλική écologique < οικολογία + -ικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.ko.lo.ʝiˈkos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

οικολογικός

οικολογικός τουρισμός
οικολογικός τρόπος οδήγησης
οικολογική σήμανση

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  • τοξικός
  • μη οικολογικός
  • ανοικολογικός (για μπογιά-βαφή που δεν είναι ούτε οικολογική, ούτε τοξική όταν στεγνώσει, ειδάλλως λέμε τοξική)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία