Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μπέης οι μπέηδες
      γενική του μπέη των μπέηδων
    αιτιατική τον μπέη τους μπέηδες
     κλητική μπέη μπέηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπέης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπέης < τουρκική bey < παλαιά τουρκική بگ (bég) / bay < *bāj (πλούσιος, ευγενής)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπέης αρσενικό (θηλυκό: μπέισσα & μπεΐνα)

  1. (ιστορία) ηγεμόνας ή αξιωματούχος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
  2. (μεταφορικά) που καλοπερνάει (κι ενδεχομένως επιδεικνύει αυταρχική συμπεριφορά)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία