Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μπάστακας οι μπάστακες
      γενική του μπάστακα
    αιτιατική τον μπάστακα τους μπάστακες
     κλητική μπάστακα μπάστακες
Κατηγορία όπως «βαρύμαγκας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπάστακας < άγνωστης ετυμολογίας[1] Πιθανόν (άμεσο δάνειο) τουρκική baştaki («αρχικός, πρώτος») που σχετιζόταν με το στήσιμο του πρώτου βώλου στις αμάδες[2] baş (κεφάλι, κορυφή)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπάστακας αρσενικό

  1. (παρωχημένο) πέτρα ή άλλο σταθερό σημάδι που χρησιμοποιείται σαν βάση σε παιχνίδια με μπίλιες ή στις αμάδες
  2. (μεταφορικά) που δεν κάνει τίποτε εκτός από το να στέκεται όρθιος και ακίνητος, παρεμποδίζοντας ή ενοχλώντας απλώς με τη στάση του, ενοχλητικός

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • η λέξη χρησιμοποιείται με τη μορφή παρομοίωσης («σαν μπάστακας») αρκετά συχνά ώστε να πάρει τη μεταφορική σημασία του «ενοχλητικός» όταν χρησιμοποιείται απλά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «μπάστακας» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.