Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μοριακός η μοριακή το μοριακό
      γενική του μοριακού της μοριακής του μοριακού
    αιτιατική τον μοριακό τη μοριακή το μοριακό
     κλητική μοριακέ μοριακή μοριακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μοριακοί οι μοριακές τα μοριακά
      γενική των μοριακών των μοριακών των μοριακών
    αιτιατική τους μοριακούς τις μοριακές τα μοριακά
     κλητική μοριακοί μοριακές μοριακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μοριακός < αρχαία ελληνική μόριον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mo.ɾi.aˈkos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /mo.ɾi.aˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /mo.ɾi.aˈko/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μοριακός, -ή, -ό

μοριακός έλεγχος

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία