Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μισγάγκεια οι μισγάγκειες
      γενική της μισγάγκειας των μισγαγκειών
    αιτιατική τη μισγάγκεια τις μισγάγκειες
     κλητική μισγάγκεια μισγάγκειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μισγάγκεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μισγάγκεια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μισγάγκεια θηλυκό

  1. (γεωγραφία) η ιδεατή γραμμή συνάντησης ορεινών όγκων, στην οποία ρέει το νερό, στο βαθύτερο σημείο της κοίτης
    ※  Μισγάγγεια ή ρέμμα είναι η γραμμή συνάντησης δύο κλιτύων κατά τα χαμηλότερα σημεία τους. Εδώ οι ισοϋψείς καμπύλες στρέφουν τα κυρτά προς τα ψηλότερα σημεία του εδάφους. Οι μισγάγγειες συγκεντρώνουν τα νερά της βροχής και γι αυτό λέγονται και γραμμές ρύσεως των υδάτων (Γενική Χαρτογραφία, ΕΜΠ, Σχολή Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών - Τομέας Τοπογραφίας, ανάκτηση 28/10/2021, [1])
  2. (μεταφορικά) η μίξη, η ανάμιξη, το σημείο συνάντησης πολιτισμών, ανάμιξης ιδεών
    ※  Κάποτε όμως λειτούργησαν ως μισγάγκεια από τη μια το ενδιαφέρον για τα κοινωνικά προβλήματα και από την άλλη οι θεολογικές ανησυχίες (Βασίλης Γκουτζαμάνης, Νεοφώτιστοι Φλώρινας, Το μετέωρο βήμα μιας παρέμβασης, εκδ. Κορφή, 2003)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική μισγάγκει αἱ μισγάγκειαι
      γενική τῆς μισγαγκείᾱς τῶν μισγαγκειῶν
      δοτική τῇ μισγαγκεί ταῖς μισγαγκείαις
    αιτιατική τὴν μισγάγκειᾰν τὰς μισγαγκείᾱς
     κλητική ! μισγάγκει μισγάγκειαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μισγαγκεί
γεν-δοτ τοῖν  μισγαγκείαιν
1η κλίση, Κατηγορία 'βοήθεια' όπως «βοήθεια» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μισγάγκεια < μίσγω (σμίγω) + ἄγκος (κοίλωμα, κοιλάδα) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μισγάγκεια θηλυκό

  1. (γεωγραφία)η ιδεατή γραμμή συνάντησης ορεινών όγκων, στην οποία ρέει το νερό
    ※  8ος αιώνας πκε   Ὅμηρος, Ἰλιάς, 4 (Δ. Ὁρκίων σύγχυσις. Ἀγαμέμνονος ἐπιπώλησις.), στίχ. 453
    ὡς δ᾽ ὅτε χείμαρροι ποταμοὶ κατ᾽ ὄρεσφι ῥέοντες ἐς μισγάγκειαν συμβάλλετον ὄβριμον ὕδωρ κρουνῶν ἐκ μεγάλων κοίλης ἔντοσθε χαράδρης
    και ως όταν δύο χείμαρροι, που από τα όρη ρέουν, μέσ᾽ από κεφαλόβρυσα τ᾽ ακράτητα νερά τους σμίγουν εις ένα σύρρυακο στα βάθη του βαράθρου (μετάφραση Ιάκωβος Πολυλάς, Ομήρου Ιλιάδα, 2015, πρώτη έκδοση 1922)
    ※  Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Eustathii, archiepiscopi thessalonicensis: commentarii ad Homeri Iliadem], Eustathius (Archbishop of Thessalonica) sumtibus J.A.G. Weigel, 1828, σελ. 313 [2]
    ※  η γραμμή ήτις ακολουθεί το χαμηλότερον τμήμα μιάς κοιλάδος, είτε ευρίσκεται υπό το ύδωρ, είτε όχι. Γενικώς, η γραμμή ήτις ακολουθεί το βαθύτερον ή διάμεσον τμήμα μιας κοίτης εαν δε εις τοιούτον όγκοι πολλά συμβάλλωσιν ύδατα, μισγάγκεια τούτο λέγεται (Thesaurus graecae linguae ab H. Stephano constructus, τόμος 2, Henri Estienne, Edmund Henry Barker, Abraham John Valpy, σελ. 649 [3])
  2. (μεταφορικά) η μίξη, η ανάμιξη
    ※  μεθιῶ δὴ τὰς συμπάσας ῥεῖν εἰς τὴν τῆς Ὁμήρου καὶ μάλα ποιητικῆς μισγαγκείας ὑποδοχήν (Πλάτων, Φίληβος, 4ος αιώνας π.Χ.)
    ας τις αφήσουμε λοιπόν όλες (τις επιστήμες που αναφέρονται στην προηγούμενη πρόταση) να ρεύσουν, στην αναφερόμενη από τον Όμηρο και πολύ ποιητική μισγάγκεια (ένωση και ανάμιξή τους)

  ΠηγέςΕπεξεργασία