Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μετάστασις μεταστάσει μεταστάσεις
Γενική μεταστάσεως μεταστασέοιν μεταστάσεων
Δοτική μεταστάσει μεταστασέοιν μεταστάσεσι(ν)
Αιτιατική μετάστασιν μεταστάσει μεταστάσεις
Κλητική μετάστασι μεταστάσει μεταστάσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετάστασις < μεθίστημι < μετά + ἵστημι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μετάστασις θηλυκό

  1. μετατόπιση
  2. απομάκρυνση
  3. μετανάστευση, μετοίκηση
  4. μεταβολή, μετατροπή
  5. ανατροπή, επανάσταση
  6. απαλλαγή
  7. (μεταφορικά) θάνατος
  8. (ιατρική) μετάσταση

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία