Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική μαυρομάνικος μαυρομάνικη μαυρομάνικο
γενική μαυρομάνικου μαυρομάνικης μαυρομάνικου
αιτιατική μαυρομάνικο μαυρομάνικη μαυρομάνικο
κλητική μαυρομάνικε μαυρομάνικη μαυρομάνικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαυρομάνικοι μαυρομάνικες μαυρομάνικα
γενική μαυρομάνικων μαυρομάνικων μαυρομάνικων
αιτιατική μαυρομάνικους μαυρομάνικες μαυρομάνικα
κλητική μαυρομάνικοι μαυρομάνικες μαυρομάνικα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαυρομάνικος < μεσαιωνική ελληνική λέξη από το μαύρος + μανίκι (το μανίκι το μεσαίωνα εκτός από τη σημερινή έννοια ήταν και η λαβή των όπλων)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μαυρομάνικος

  1. το ρούχα με τα μαύρα μανίκια
  2. το μαχαίρι με τη μαύρη λαβή, παλιά από κέρατο ταύρου, το οποίο κατά το μεσαιωνα το χρησιμοποιούσαν και στα μάγια ή στην παρασκευή βοτάνων θεωρώντας το τελετουργικά χρήσιμο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία