Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μέγκλα οι μέγκλες
      γενική της μέγκλας
    αιτιατική τη μέγκλα τις μέγκλες
     κλητική μέγκλα μέγκλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέγκλα < ποντιακή μέγκλα (πέος) < δημώδης λατινική mencla < λατινική mentula (παρετυμολογία από τη φράση (αγγλικά) made in England)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μέγκλα θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία