Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λάστιχο λάστιχα
γενική λάστιχου λάστιχων
αιτιατική λάστιχο λάστιχα
κλητική λάστιχο λάστιχα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λάστιχο < από το ελαστικός
 
λάστιχο (3)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 
λάστιχα (4) αυτοκινήτου
ΔΦΑ : /ˈla.sti.xɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
λάστιχο (6)

λάστιχο ουδέτερο

  1. υλικό το οποίο προέρχεται από φυσικό ή συνθετικό καουτσούκ
  2. γενική ονομασία για αντικείμενο που είναι κατασκευασμένο από λάστιχο (1)
  3. στρογγυλό αντικείμενο από λάστιχο (1) που χρησιμοποιείται για να συγκρατεί, μάλλον προσωρινά, άλλα αντικείμενα
  4. εξάρτημα της ρόδας οχημάτων
  5. (μεταφορικά) το σκασμένο ή ξεφουσκωμένο λάστιχο (4) αυτοκινήτου
  6. σωληνοειδές αντικείμενο που χρησιμοποιείται στη μεταφορά νερού και χρησιμοποιείται κυρίως για πότισμα ή πλύσιμο
  7. τμήμα ρούχου που περιέχει λάστιχο (1) και έχει ελαστική συμπεριφορά
  8. είδος πλέξης που δημιουργεί ελαστική συμπεριφορά στο συγκεκριμένο σημείο του πλεχτού
    πουλόβερ με λάστιχο
  9. (μεταφορικά) το προφυλακτικό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • με πιάνει λάστιχο, παθαίνω λάστιχο: μου σκάει ή ξεφουσκώνει το λάστιχο του αυτοκινήτου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία