Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική κορεατικός κορεατική κορεατικό
γενική κορεατικού κορεατικής κορεατικού
αιτιατική κορεατικό κορεατική κορεατικό
κλητική κορεατικέ κορεατική κορεατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κορεατικοί κορεατικές κορεατικά
γενική κορεατικών κορεατικών κορεατικών
αιτιατική κορεατικούς κορεατικές κορεατικά
κλητική κορεατικοί κορεατικές κορεατικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κορεατικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κορεατικός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία