Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καμάκι τα καμάκια
      γενική του καμακιού των καμακιών
    αιτιατική το καμάκι τα καμάκια
     κλητική καμάκι καμάκια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καμάκι < αρχαία ελληνική κάμαξ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kaˈma.ci/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καμάκι ουδέτερο

  1. εργαλείο για ψάρεμα, παρόμοιο με ακόντιο που έχει επιπρόσθετα τουλάχιστον μια πλάγια προεξοχή ώστε να αγκιστρώνεται στο ψάρι
    πολλοί πιστεύουν ότι βρέθηκε το πλοίο και τα καμάκια που χρησιμοποιούσε ο Αχαάβ στο κυνήγι του Μόμπι Ντικ
    η τρίαινα είναι είδος καμακιού
  2. (μεταφορικά) η επίμονη προσπάθεια για σύναψη ερωτικής σχέσης
     συνώνυμα: φλερτ
  3. (μεταφορικά) (συνεκδοχικά) αυτός που προσπαθεί επίμονα να έχει ερωτικές σχέσεις
     συνώνυμα: γόης


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία