Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο θεραπευτής οι θεραπευτές
      γενική του θεραπευτή των θεραπευτών
    αιτιατική τον θεραπευτή τους θεραπευτές
     κλητική θεραπευτή θεραπευτές
Κατηγορία όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θεραπευτής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θεραπευτής

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θe.ɾa.peˈftis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θε‐ρα‐πευ‐τής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θεραπευτής αρσενικό (θηλυκό θεραπεύτρια)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Αντίστροφο λεξικό του Βικιλεξικού:
  Πατώντας εδώ θα δείτε όλες τις λέξεις του Βικιλεξικού που καταλήγουν σε «-θεραπευτής»

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική θεραπευτής οἱ θεραπευταί
      γενική τοῦ θεραπευτοῦ τῶν θεραπευτῶν
      δοτική τῷ θεραπευτ τοῖς θεραπευταῖς
    αιτιατική τὸν θεραπευτήν τοὺς θεραπευτᾱ́ς
     κλητική ! θεραπευτᾰ́ θεραπευταί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θεραπευτᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  θεραπευταῖν
1η κλίση, Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία