Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλάμη < αρχαία ελληνική θαλάμη (σήμαινε σπηλιά, κοιλιά, φωλιά, κοίτη)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θαλάμη θηλυκό

  1. φωλιά υδρόβιων ζώων
    ταυτόσημα: θαλάμι
  2. τμήμα της κάννης του όπλου, όπου τοποθετείται το βλήμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλάμη < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θαλάμη θηλυκό

  1. μορφή του θάλαμος