Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ζάρα οι ζάρες
      γενική της ζάρας
    αιτιατική τη ζάρα τις ζάρες
     κλητική ζάρα ζάρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζάρα < ζαρώνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζάρα θηλυκό

  1. πτυχή, τσαλάκωμα σε ασιδέρωτο ρούχο
  2. πτυχή σε γηρασμένο δέρμα
     συνώνυμα: ρυτίδα
  3. είδος κουκουβάγιας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία