Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επιπλωμένος η επιπλωμένη το επιπλωμένο
      γενική του επιπλωμένου της επιπλωμένης του επιπλωμένου
    αιτιατική τον επιπλωμένο την επιπλωμένη το επιπλωμένο
     κλητική επιπλωμένε επιπλωμένη επιπλωμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επιπλωμένοι οι επιπλωμένες τα επιπλωμένα
      γενική των επιπλωμένων των επιπλωμένων των επιπλωμένων
    αιτιατική τους επιπλωμένους τις επιπλωμένες τα επιπλωμένα
     κλητική επιπλωμένοι επιπλωμένες επιπλωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιπλωμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επιπλώνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

επιπλωμένος, -η, -ο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία