Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το επεισόδιο τα επεισόδια
      γενική του επεισόδιου των επεισόδιων
    αιτιατική το επεισόδιο τα επεισόδια
     κλητική επεισόδιο επεισόδια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επεισόδιο < αρχαία ελληνική ἐπεισόδιον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.pi.ˈsɔ.ði.ɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επεισόδιο ουδέτερο

  1. γεγονός περιορισμένης διάρκειας που συχνά εντάσσεται σε μια ευρύτερη ενότητα, συμβάν
    ένα επεισόδιο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου με ιδιαίτερη σημασία ήταν η απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ
  2. γεγονός, συμβάν με μικρή διάρκεια αλλά μεγάλη ένταση
    δυο αυτοκίνητα τράκαραν κι έγινε επεισόδιο ανάμεσα στους οδηγούς
    • (στον πληθυντικό) βίαιες συγκρούσεις
    • επεισόδια στο κέντρο της Αθήνας με συγκρούσεις διαδηλωτών και αστυνομίας
  3. ένα από τα "επικά" μέρη της αρχαίας τραγωδίας, όπου εκτυλίσσεται η δράση μέσα από το διάλογο των ηρώων
  4. το καθένα από τα μέρη μιας τηλεοπτικής σειράς
    νέα επεισόδια της δημοφιλούς σειράς θα παρακολουθήσετε του χρόνου από το κανάλι μας, την ίδια πάντα ημέρα και ώρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία