Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

instalment (en) ή installment (ΗΠΑ)

  1. η δόση ενός χρέους
  2. το επεισόδιο μιας οπτικοακουστικά καταγεγραμμένης σειράς (πχ τηλεοπτικής, διαδικτυακής κτλ)