Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επεισοδιακός η επεισοδιακή το επεισοδιακό
      γενική του επεισοδιακού της επεισοδιακής του επεισοδιακού
    αιτιατική τον επεισοδιακό την επεισοδιακή το επεισοδιακό
     κλητική επεισοδιακέ επεισοδιακή επεισοδιακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επεισοδιακοί οι επεισοδιακές τα επεισοδιακά
      γενική των επεισοδιακών των επεισοδιακών των επεισοδιακών
    αιτιατική τους επεισοδιακούς τις επεισοδιακές τα επεισοδιακά
     κλητική επεισοδιακοί επεισοδιακές επεισοδιακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επεισοδιακός < επεισόδι(ο) + -ακός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.pi.so.ði.aˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐πει‐σο‐δι‐α‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επεισοδιακός, -ή, -ό

  1. που στη διάρκειά του έγιναν επεισόδια, συνήθως βίαια
  2. που προκαλεί σχόλια, συνήθως αρνητικά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία