Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἐπαρχιώτης

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο επαρχιώτης οι επαρχιώτες
      γενική του επαρχιώτη των επαρχιωτών
    αιτιατική τον επαρχιώτη τους επαρχιώτες
     κλητική επαρχιώτη επαρχιώτες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επαρχιώτης < ελληνιστική κοινή ἐπαρχιώτης < ἐπαρχία < αρχαία ελληνική ἔπαρχος < ἐπί + ἄρχω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επαρχιώτης αρσενικό

  1. αυτός που κατάγεται από επαρχία ή διαμένει σ’ αυτή
  2. (μειωτικό) αυτός που έχει συμπεριφορά και νοοτροπία κάπως συμμαζεμένη (και ενδεχομένως στενόμυαλη)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία