Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επαρχιώτισσα οι επαρχιώτισσες
      γενική της επαρχιώτισσας των επαρχιωτισσών
    αιτιατική την επαρχιώτισσα τις επαρχιώτισσες
     κλητική επαρχιώτισσα επαρχιώτισσες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επαρχιώτισσα < επαρχιώτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επαρχιώτισσα θηλυκό

δείτε τη λέξη  επαρχιώτης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία