Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξουδετερωμένος η εξουδετερωμένη το εξουδετερωμένο
      γενική του εξουδετερωμένου της εξουδετερωμένης του εξουδετερωμένου
    αιτιατική τον εξουδετερωμένο την εξουδετερωμένη το εξουδετερωμένο
     κλητική εξουδετερωμένε εξουδετερωμένη εξουδετερωμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξουδετερωμένοι οι εξουδετερωμένες τα εξουδετερωμένα
      γενική των εξουδετερωμένων των εξουδετερωμένων των εξουδετερωμένων
    αιτιατική τους εξουδετερωμένους τις εξουδετερωμένες τα εξουδετερωμένα
     κλητική εξουδετερωμένοι εξουδετερωμένες εξουδετερωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξουδετερωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου εξουδετερώνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

εξουδετερωμένος, -η, -ο

  1. που έχει εξουδετερωθεί
  2. (μεταφορικά) σκοτωμένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία