Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική εξαγωγός εξαγωγός εξαγωγό
γενική εξαγωγού εξαγωγού εξαγωγού
αιτιατική εξαγωγό εξαγωγό εξαγωγό
κλητική εξαγωγέ εξαγωγέ εξαγωγό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξαγωγοί εξαγωγοί εξαγωγά
γενική εξαγωγών εξαγωγών εξαγωγών
αιτιατική εξαγωγούς εξαγωγούς εξαγωγά
κλητική εξαγωγοί εξαγωγοί εξαγωγά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξαγωγός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εξαγωγός, -ός, ό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως για να πρσδιορίσει μια χώρα. Για τα πρόσωπα που έχουν εξαγωγική δραστηριότητα υπάρχει το ουσιαστικό εξαγωγέας.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία