Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εξαγωγέας οι εξαγωγείς
      γενική του εξαγωγέα των εξαγωγέων
    αιτιατική τον εξαγωγέα τους εξαγωγείς
     κλητική εξαγωγέα εξαγωγείς
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξαγωγέας < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εξαγωγέας αρσενικό ή θηλυκό

  1. που ασχολείται με την εξαγωγή εμπορευμάτων


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία