↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ενημερωμένος η ενημερωμένη το ενημερωμένο
      γενική του ενημερωμένου της ενημερωμένης του ενημερωμένου
    αιτιατική τον ενημερωμένο την ενημερωμένη το ενημερωμένο
     κλητική ενημερωμένε ενημερωμένη ενημερωμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ενημερωμένοι οι ενημερωμένες τα ενημερωμένα
      γενική των ενημερωμένων των ενημερωμένων των ενημερωμένων
    αιτιατική τους ενημερωμένους τις ενημερωμένες τα ενημερωμένα
     κλητική ενημερωμένοι ενημερωμένες ενημερωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ενημερωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ενημερώνω

ενημερωμένος -η -ο

  1. που έχει ενημερωθεί, που έχει αποκτήσει τις πιο πρόσφατες πληροφορίες για κάποιο θέμα
  2. (πληροφορική) (για εφαρμογή, λειτουργικό σύστημα κλπ.) που έχει ενημερωθεί, που έχει αντικατασταθεί με μια πιο πρόσφατη έκδοση ή στον οποίον έχουν προστεθεί πιο πρόσφατες διορθώσεις, λειτουργίες, κλπ.

Αντώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία