Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ενήμερος η ενήμερη το ενήμερο
      γενική του ενήμερου της ενήμερης του ενήμερου
    αιτιατική τον ενήμερο την ενήμερη το ενήμερο
     κλητική ενήμερε ενήμερη ενήμερο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ενήμεροι οι ενήμερες τα ενήμερα
      γενική των ενήμερων των ενήμερων των ενήμερων
    αιτιατική τους ενήμερους τις ενήμερες τα ενήμερα
     κλητική ενήμεροι ενήμερες ενήμερα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενήμερος < λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενήμερος, -η, -ο

  1. που έχει γνώση ορισμένων πραγμάτων
  2. που περιέχει καταγραμμένες όλες τις τελευταίες μεταβολές μιας αξίας
    ενήμερο δάνειο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία