Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εμμονικός εμμονική εμμονικό
γενική εμμονικού εμμονικής εμμονικού
αιτιατική εμμονικό εμμονική εμμονικό
κλητική εμμονικέ εμμονική εμμονικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εμμονικοί εμμονικές εμμονικά
γενική εμμονικών εμμονικών εμμονικών
αιτιατική εμμονικούς εμμονικές εμμονικά
κλητική εμμονικοί εμμονικές εμμονικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εμμονικός < εμμένω + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εμμονικός, -ή, -ό

  • που έχει εμμονές ή που επιμένει σε κάτι
    Η Νένια Κάμπελ δεν είναι κάποιου είδους bot αλλά ένα αληθινό και χαριτωμένο 25χρονο κορίτσι από το Σαν Φρανσίσκο που χαρακτηρίζει τον εαυτό της εμμονική αναγνώστρια. Η ημέρα της περνάει διαβάζοντας και γράφοντας κριτικές στο Goodreads για τα βιβλία που διάβασε. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία