Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγκάθειρκτος < εν- + κάθειρξη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εγκάθειρκτος αρσενικό

  1. αυτός που εκτίει ποινή κάθειρξης, που είναι φυλακισμένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία