Αυτό το λήμμα χρειάζεται επιμέλεια,
ώστε να ανταποκρίνεται σε υψηλότερες προδιαγραφές συντακτικής ποιότητας ή μορφοποίησης.


Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διαπιστευμένος η διαπιστευμένη το διαπιστευμένο
      γενική του διαπιστευμένου της διαπιστευμένης του διαπιστευμένου
    αιτιατική τον διαπιστευμένο τη διαπιστευμένη το διαπιστευμένο
     κλητική διαπιστευμένε διαπιστευμένη διαπιστευμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διαπιστευμένοι οι διαπιστευμένες τα διαπιστευμένα
      γενική των διαπιστευμένων των διαπιστευμένων των διαπιστευμένων
    αιτιατική τους διαπιστευμένους τις διαπιστευμένες τα διαπιστευμένα
     κλητική διαπιστευμένοι διαπιστευμένες διαπιστευμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαπιστευμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαπιστεύω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

διαπιστευμένος, -η, -ο

  • που η ισχύς του έχει επιβεβαιωθεί βάσει αξιόπιστων κριτηρίων (πχ επιστημονικών) ή/και που η ισχύς του αναγνωρίζεται κι ενίοτε εγγυάται από κάποια αρχή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαπιστευμένος αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία