Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διανομέας οι διανομείς
      γενική του διανομέα των διανομέων
    αιτιατική τον διανομέα τους διανομείς
     κλητική διανομέα διανομείς
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διανομέας < διανομ(ή) + -εύς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διανομέας αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που διανέμει και κυρίως παραδίδει ορισμένο αντικείμενο στο δικαιούχο
    ταχυδρομικός διανομέας
  2. ονομασία συσκευών, κυρίως ηλεκτρονικών, με τις οποίες γίνεται η διανομή ύλης ή ενέργειας
    διανομέας 802.11g με 4 θέσεις ethernet 10/100


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία