Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δεξαμενόπλοιο τα δεξαμενόπλοια
      γενική του δεξαμενόπλοιου των δεξαμενόπλοιων
    αιτιατική το δεξαμενόπλοιο τα δεξαμενόπλοια
     κλητική δεξαμενόπλοιο δεξαμενόπλοια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεξαμενόπλοιο < δεξαμενή + -ο- + πλοίο ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική tanker)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δεξαμενόπλοιο ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία