Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ γυμνάσιον τὰ γυμνάσι
      γενική τοῦ γυμνασίου τῶν γυμνασίων
      δοτική τῷ γυμνασί τοῖς γυμνασίοις
    αιτιατική τὸ γυμνάσιον τὰ γυμνάσι
     κλητική ! γυμνάσιον γυμνάσι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γυμνασίω
γεν-δοτ τοῖν  γυμνασίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γυμνάσιον < γυμνάζω < γυμνός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nogʷmós < *nogʷós (γυμνός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γυμνάσιον ουδέτερο

  1. ο χώρος άσκησης, άθλησης
  2. το σχολείο, ο χώρος εκμάθησης της γυμναστικής
  3. η παλαίστρα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία