Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γεωπολιτική οι γεωπολιτικές
      γενική της γεωπολιτικής των γεωπολιτικών
    αιτιατική τη γεωπολιτική τις γεωπολιτικές
     κλητική γεωπολιτική γεωπολιτικές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γεωπολιτική < γεω- + πολιτική ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική geopolitics < geography + politics)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʝε.ɔ.pɔ.li.ti.ˈci/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γεωπολιτική θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

γεωπολιτική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία