Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γαλακτοκομία οι γαλακτοκομίες
      γενική της γαλακτοκομίας των γαλακτοκομιών
    αιτιατική τη γαλακτοκομία τις γαλακτοκομίες
     κλητική γαλακτοκομία γαλακτοκομίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαλακτοκομία < γαλακτο- + -κομία ( < αρχαία ελληνική -κόμος < κομῶ, αναλύεται γάλακτ(ος) + -ο- + -κομία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γαλακτοκομία θηλυκό

  1. ο κλάδος της οικονομίας που ασχολείται με την παραγωγή και συσκευασία προϊόντων γάλακτος (όπως γάλα, τυρί, γιαούρτι, βούτυρο) και την πώληση αυτών
  2. το μέρος όπου γίνεται η βιομηχανική παραγωγή και συσκευασία των γαλακτοκομικών προϊόντων

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία