↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γαλακτογόνος η γαλακτογόνος
γαλακτογόνα
το γαλακτογόνο
      γενική του γαλακτογόνου της γαλακτογόνου
γαλακτογόνας
του γαλακτογόνου
    αιτιατική τον γαλακτογόνο τη γαλακτογόνο
γαλακτογόνα
το γαλακτογόνο
     κλητική γαλακτογόνε γαλακτογόνε
γαλακτογόνα
γαλακτογόνο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γαλακτογόνοι οι γαλακτογόνοι
γαλακτογόνες
τα γαλακτογόνα
      γενική των γαλακτογόνων των γαλακτογόνων των γαλακτογόνων
    αιτιατική τους γαλακτογόνους τις γαλακτογόνους
γαλακτογόνες
τα γαλακτογόνα
     κλητική γαλακτογόνοι γαλακτογόνοι
γαλακτογόνες
γαλακτογόνα
ομάδα '-ος -ος -ο & -α', Κατηγορία όπως «ζημιογόνος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
γαλακτογόνος < γάλακτ(ος) + -ο- + -γόνος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική lactigène / lactogène)

  Επίθετο

επεξεργασία

γαλακτογόνος, -ος/-α, -ο

  Μεταφράσεις

επεξεργασία