Δείτε επίσης: αποδήμηση

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποδόμηση οι αποδομήσεις
      γενική της αποδόμησης
& αποδομήσεως
των αποδομήσεων
    αιτιατική την αποδόμηση τις αποδομήσεις
     κλητική αποδόμηση αποδομήσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποδόμηση < αποδομώ + -ση ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική déconstruction)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αποδόμηση θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποδομώ
  2. (φιλοσοφία) μορφή κριτικής ανάλυσης ενός κειμένου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία