Δείτε επίσης: αποδημώ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποδομώ < από + δομώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική déconstruire)

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποδομώ (νεολογισμός)

  1. διαλύω, καταστρέφω
  2. αποσυναρμολογώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία