Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία enΕπεξεργασία

1796: disintegration < dis- «κάνω το αντίθετο από» + integrate

συγγενείς όροι: disintegrated, disintegrating

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/dɪs.ɪn.tɪˈɡɹeɪʃən/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

  1. διάλυση
  2. αποσύνθεση
  3. διάσπαση
  4. αποδόμηση
  5. κατακερματισμός