Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απελπισία απελπισίες
γενική απελπισίας απελπισιών
αιτιατική απελπισία απελπισίες
κλητική απελπισία απελπισίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απελπισία < αρχαία ελληνική ἀπελπισία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.pɛl.pi.ˈsi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απελπισία θηλυκό

  1. η απόλυτη έλλειψη ελπίδας
    • Η ζωή αρχίζει στην άλλη πλευρά της απελπισίας. (Ζαν Πολ Σαρτρ)
    • Με την αγάπη θα σηκώσουμε την απελπισία μας απ᾿ το αμπάρι του κορμιού. Δεν είναι φορτίο για τη χώρα των αγγέλων η απελπισία.
  2. κάτι ή κάποιος που μας απελπίζει
    • Αμάν αδερφέ μου, σκέτη απελπισία είσαι

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία