Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
consternation consternations

consternation (fr) θηλυκό

  1. η απόγνωση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία