Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απελπίζω < ελληνιστική κοινή ἀπελπίζω < ἀπό +ἐλπίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.pɛl.ˈpi.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

απελπίζω , πρτ.: απέλπιζα, στ.μέλλ.: θα απελπίσω, αόρ.: απέλπισα, παθ.φωνή: απελπίζομαι, μτχ.π.π.: απελπισμένος

  1. Και η ιδέα μόνο πως ήταν αιχμάλωτοι και στα ξένα τους απέλπιζε. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία