Δείτε επίσης: ἀπασχολῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απασχολώ < ελληνιστική κοινή ἀπασχολέω / ἀπασχολῶ < ἀπό + αρχαία ελληνική ἀσχολέω < ἀ- + σχολή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seǵhe- / *sǵhē- (κρατώ, έχω, κατέχω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

απασχολώ, πρτ.: απασχολούσα, στ.μέλλ.: θα απασχολήσω, αόρ.: απασχόλησα, παθ.φωνή: απασχολούμαι, μτχ.π.π.: απασχολημένος

  1. προσφέρω σε κάποιον εργασία, απασχόληση
    απασχολεί στην επιχείρησή του πέντε υπαλλήλους
  2. διακόπτω κάποιον από την ασχολία του, την εργασία του, και στρέφω την προσοχή του προς (τον κάνω να ασχοληθεί με) κάτι ξένο προς αυτήν
    Μην απασχολείτε τον οδηγό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία