Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική απαραδειγμάτιστος απαραδειγμάτιστη απαραδειγμάτιστο
γενική απαραδειγμάτιστου απαραδειγμάτιστης απαραδειγμάτιστου
αιτιατική απαραδειγμάτιστο απαραδειγμάτιστη απαραδειγμάτιστο
κλητική απαραδειγμάτιστε απαραδειγμάτιστη απαραδειγμάτιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απαραδειγμάτιστοι απαραδειγμάτιστες απαραδειγμάτιστα
γενική απαραδειγμάτιστων απαραδειγμάτιστων απαραδειγμάτιστων
αιτιατική απαραδειγμάτιστους απαραδειγμάτιστες απαραδειγμάτιστα
κλητική απαραδειγμάτιστοι απαραδειγμάτιστες απαραδειγμάτιστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απαραδειγμάτιστος < α- + παραδειγματίζω + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απαραδειγμάτιστος, -η, -ο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία