Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αξιόπλοος η αξιόπλοη το αξιόπλοο
      γενική του αξιόπλοου της αξιόπλοης του αξιόπλοου
    αιτιατική τον αξιόπλοο την αξιόπλοη το αξιόπλοο
     κλητική αξιόπλοε αξιόπλοη αξιόπλοο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αξιόπλοοι οι αξιόπλοες τα αξιόπλοα
      γενική των αξιόπλοων των αξιόπλοων των αξιόπλοων
    αιτιατική τους αξιόπλοους τις αξιόπλοες τα αξιόπλοα
     κλητική αξιόπλοοι αξιόπλοες αξιόπλοα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αξιόπλοος < άξιος + -ο- + -πλοος (<πλέω) ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική seaworthy)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αξιόπλοος, -η, -ο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία