Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αναληπτικός η αναληπτική το αναληπτικό
      γενική του αναληπτικού της αναληπτικής του αναληπτικού
    αιτιατική τον αναληπτικό την αναληπτική το αναληπτικό
     κλητική αναληπτικέ αναληπτική αναληπτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αναληπτικοί οι αναληπτικές τα αναληπτικά
      γενική των αναληπτικών των αναληπτικών των αναληπτικών
    αιτιατική τους αναληπτικούς τις αναληπτικές τα αναληπτικά
     κλητική αναληπτικοί αναληπτικές αναληπτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναληπτικός < ἀναληπτικός στην καθαρεύουσα από το γαλλικό analeptique < από την (ελληνιστική κοινή) ἀναληπτικός (για να αναλάβει ο ασθενής της δυνάμεις του) < ἀναλαμβάνω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αναληπτικός

  1. που σχετίζεται με την ανάληψη χρημάτων από τράπεζα
    αναληπτική κάρτα
  2. χαρακτηρισμός φαρμάκων που διεγείρουν το κέντρο της αναπνοής σε πολύ σοβαρές καρδιαναπνευστικές κρίσεις (τα αναληπτικά και ως ουσιαστικό για τη συγκεκριμένη κατηγορία σκευασμάτων)
  3. (παρωχημένο) που τονώνει την υγεία, με την έννοια ότι βοηθά τον ασθενή να αναλάβει δυνάμεις


ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία