Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανακεφαλαίωση οι ανακεφαλαιώσεις
      γενική της ανακεφαλαίωσης
ανακεφαλαιώσεως*
των ανακεφαλαιώσεων
    αιτιατική την ανακεφαλαίωση τις ανακεφαλαιώσεις
     κλητική ανακεφαλαίωση ανακεφαλαιώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανακεφαλαίωση < ελληνιστική κοινή ἀνακεφαλαίωσις < αρχαία ελληνική ἀνακεφαλαιόομαι / ἀνακεφαλαιοῦμαι < κεφαλή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανακεφαλαίωση θηλυκό (ο πληθυντικός δόκιμος για τις οικονομικές έννοιες)

  1. η επανάληψη πληροφοριών και στοιχείων σε συνοπτική μορφή, η επανάληψη των κεντρικών σημείων μιας ενότητας
  2. (νεολογισμός) (οικονομία) η εξεύρεση κεφαλαίων για μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα (π.χ. τράπεζες)
  3. (οικονομία) ο ανατοκισμός όταν κάποιος λαμβάνει δάνειο και δεν το εξοφλεί (οπότε οι τόκοι θεωρούνται κεφάλαιο που δανείστηκε και στο εξής τοκίζονται σαν το κεφάλαιο που πράγματι δανείστηκε ο δανειολήπτης) αλλά και αντιστρόφως η αύξηση του κεφαλαίου λόγω τόκων ενός καταθέτη σε μια τράπεζα όσο το κεφάλαιο και οι τόκοι παραμένουν κατατεθειμένοι με προθεσμιακή κατάθεση και εφ' όσον ο καταθέτης δεν κάνει ανάληψη μετά το πέρας της πρώτης προθεσμίας -οπότε οι τόκοι της πρώτης περιόδου λογίζονται στο εξής ως νέο κεφάλαιο και τοκίζονται

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία